Ενστάσεις για τον κατηχητικό χαρακτήρα των Θρησκευτικών στη δημόσια εκπαίδευση
Μάριος Κουκουνάρας-Λιάγκης, Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του ΕΚΠΑ «Η απόφαση του ΣτΕ φαίνεται να απαιτεί ένα μάθημα ακραιφνώς κατηχητικό• ελπίζουμε στην ερμηνεία του Υπουργείου»
στο: httwww.paratiritis-news.gr/
της Νατάσας Βαφειάδου
Πλήθος αντιδράσεων ξεσήκωσε η πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ, σύμφωνα με την οποία τα θρησκευτικά πρέπει να αποβλέπουν στην ανάπτυξη της Ορθόδοξης θρησκευτικής συνείδησης των ορθόδοξων μαθητών. Ειδικότερα στα τέλη της προηγούμενης εβδομάδας το ΣτΕ έκρινε ως αντισυνταγματικές και αντίθετες στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) τις αποφάσεις του τέως υπουργού Παιδείας Κωνσταντίνου Γαβρόγλου με τις οποίες καθορίσθηκαν τα προγράμματα σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών αφενός του Δημοτικού και του Γυμνασίου και αφετέρου του Λυκείου, ήτοι τον τρόπο με τον οποίο διδάσκονταν το μάθημα των θρησκευτικών έως σήμερα.
Ερωτήματα θεολόγων μετά την απόφαση για τα Θρησκευτικά
Τις πολυεπίπεδες παραμέτρους –εθνικές, εκπαιδευτικές και θρησκευτικές– της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), που έκρινε αντισυνταγματικά τα νυν προγράμματα σπουδών των Θρησκευτικών, αναδεικνύει ο Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος «Καιρός». Μάλιστα μιλάει για προσπάθεια διχασμού των θεολόγων, ανάμεσα σε εκείνους που τάσσονται υπέρ και εκείνους που είναι κατά των νυν προγραμμάτων. Ειδικότερα, ο «Καιρός» αναφέρει ότι με τις αποφάσεις του ΣτΕ δημιουργούνται οι προϋποθέσεις ώστε τα Θρησκευτικά να καταστούν ουσιαστικά επιλεγόμενο και προαιρετικό μάθημα, για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού σχολείου, αφού με μόνη την επίκληση της θρησκευτικής του συνείδησης κάθε μαθητής θα μπορεί να απαλλάσσεται, ακόμη και κάθε ορθόδοξος χριστιανός μαθητής, ακόμη και εκείνος ο οποίος θα προτιμά για λόγους προσωπικής διευκόλυνσης να παρακολουθεί ένα μάθημα λιγότερο.
Η Εκκλησία ως θεσμικός συνομιλητής
Ευστράτιος Ψάλτου*
«Υπάρχει ένας πίνακας του Klee που ονομάζεται “Angelus Novus”. Απεικονίζει έναν άγγελο που μοιάζει έτοιμος να απομακρυνθεί από κάτι στο οποίο έχει στυλώσει το βλέμμα του» (Walter Benjamin, «Θέσεις πάνω στη Φιλοσοφία της Ιστορίας», 1940). Mέσα σε θριαμβολογίες και θρηνολογίες, αντιλογίες και φόβους, ήρθε η ώρα να αποχαιρετήσουμε την υπάρχουσα μορφή του προγράμματος σπουδών των Θρησκευτικών.
Η παράδοση 180 χρόνων δεν αλλάζει σε μία μέρα
Μάριος Κουκουνάρας-Λιάγκης*
Στην Ελλάδα, 180 χρόνια τώρα, η θρησκευτική εκπαίδευση (Θ.Ε.), έχει προκαλέσει αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις για το περιεχόμενο, τα βιβλία και τα αναλυτικά προγράμματα σπουδών της. Από αυτές η Θ.Ε. των παιδιών στο σχολείο έβγαινε κερδισμένη – όχι αλώβητη. Μέχρι σήμερα παραμένει υποχρεωτικό μάθημα. Σκοπεύει στην ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης και θρησκευτικής γνώσης, που θεωρείται για κάθε άνθρωπο απαραίτητη σήμερα περισσότερο από ποτέ. Υπήρχε πάντα η δυνατότητα εξαίρεσης, την οποία χρησιμοποιούν 0,5 έως 0,9% των μαθητών (ΥΠΕΠΘ, 2018). Οι θεολόγοι εκπαιδεύονταν να υποδέχονται στην τάξη όποιον επιθυμούσε να παρακολουθήσει, ανεξάρτητα από την πίστη και το θρήσκευμά του. Στην εκπαίδευση η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης υπηρετείται από το περιεχόμενο του μαθήματος και τη διδακτική-μαθησιακή διαδικασία.
Το Κέντρο Οικουμενικών, Ιεραποστολικών και Περιβαλλοντικών Μελετών «Μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου» για το Μάθημα των Θρησκευτικών
Το Κέντρο Οικουμενικών, Ιεραποστολικών και Περιβαλλοντικών Μελετών «Μητροπολίτης
Παντελεήμων Παπαγεωργίου» (CEMES) κατά την τακτική συνεδρία του Διοικητικού του Συμβουλίου της 25ης Σεπτεμβρίου 2019 εξέτασε διεξοδικώς την διαμορφωθείσα στην ελληνική επικράτεια κατάσταση αναφορικά με το Μάθημα των Θρησκευτικών, μετά την ανακοίνωση της απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Το Κέντρο, στα πλαίσια των επιστημονικών δραστηριοτήτων με βάση το καταστατικό του, αν και έλαβε γνώση των μέχρι σήμερα δημόσιων τοποθετήσεων, θεώρησε χρέος του να μην επεκταθεί σε ζητήματα εκπαιδευτικής πολιτικής, συνδικαλιστικής υφής, αποκλειστικής αρμοδιότητας, φυσικά, των αρμόδιων φορέων, όπως και της αναγκαίας νομικής αξιολόγησης. Επικέντρωσε αρχικά το ενδιαφέρον του επί των επιπτώσεών της ανωτέρω αποφάσεως του ΣτΕ στη δημόσια εκπαίδευση και την ευρύτερη κοινωνία, αναμένοντας πάντοτε τις εκτιμήσεις των καθ’ ύλην αρμοδίων επιστημονικών φορέων και φυσικών προσώπων. Θεώρησε περαιτέρω καθήκον του να εκφράσει την αγωνία του, για το καθαρά θεολογικό σκεπτικό, τόσο των αγωγών που έχουν κατατεθεί, όσο και της – ως μη ώφελε – υιοθέτησής του με την απόφαση του ΣτΕ, την πρωτόδικη και εκείνην της ολομέλειάς του.
